Καλωσήλθατε στην Μίτος

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΙΝΑ

Από όλες τις γνωστές ενώσεις που ανήκουν στην οργανική χημεία, μόνο ορισμένο μέρος μπορεί να συμπεριληφθεί στην κατηγορία των κλωστικών ινών λαμβάνοντας υπ’ όψη τους όρους που πρέπει να εκπληρώνουν για αυτό το σκοπό.

Μια χημική σύνθεση για να θεωρηθεί κλωστική ίνα πρέπει καταρχήν να έχει τις παρακάτω φυσικομηχανικές ιδιότητες:

  1. Μηχανική αντοχή
  2. Ελαστικότητα
  3. Να είναι ευλύγιστη, μαλακή και όχι εύθραυστη ή τραχιά ουσία
  4. Να μην είναι διαλυτή στο νερό
  5. Να έχει αρκετά υψηλά τα σημεία τήξης, διάβρεξης και αποσύνθεσης, ώστε να διατηρεί ακέραια την αρχική του φόρμα σε όλες τις φυσιολογικές δοκιμασίες.

Τις κλωστικές ίνες μπορούμε να τις κατατάξουμε με πολλά κριτήρια αλλά τα πιο σημαντικά είναι η φύση τους και η προέλευσή τους. Έτσι έχουμε:

  1. Φυσικές ίνες (natural fibers)
  2. Τεχνητές ίνες (man made fibers)

Οι φυσικές ίνες αποτελούνται από φυσικά πολυμερή, τα οποία έχουν τη φόρμα της ίνας και μπορούν να χρησιμοποιηθούν άμεσα. Τα περισσότερα γνωστά φυσικά πολυμερή που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν κλωστικές ίνες είναι τα ακόλουθα:

  • Κυτταρίνη (ίνα βαμβακιού-λινού)
  • Κερατίνη (ίνα μαλλιού)
  • Φιμπροϊνη-σερικίνη (ίνα μεταξιού)

Οι φυσικές ίνες είναι φυτικής και ζωικής προέλευσης. Η κυτταρίνη είναι η πιο διαδεδομένη πολυμερής ουσία στη φύση και βρίσκεται στη σύνθεση των φυτικών ινών, όπως: βαμβάκι, λινό, καννάβι, γιούτι και άλλα.

Οι ζωικές φυσικές ίνες έχουν στη σύνθεσή τους πρωτεϊνικές ουσίες που σχηματίζουν το βασικό πολυμερές. Μια από τις πιο γνωστές πρωτεΐνες στη φύση είναι η κερατίνη, που αποτελεί τη βάση της ίνας του μαλλιού. Η φιμπροϊνη και η σερικίνη είναι προϊόντα του αδένα του μεταξοσκώληκα και συνθέτουν το φυσικό μετάξι.

Οι τεχνητές ίνες παράγονται με χημικές μεθόδους ξεκινώντας από φυσικά ή συνθετικά πολυμερή.

Τα φυσικά πολυμερή που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τεχνητών ινών έχουν την ίδια χημική σύσταση με τα πολυμερή που έχουν σαν βάση οι φυσικές ίνες. Γενικά η χημική τους σύσταση είναι κυτταρίνη και πρωτεΐνες. Στις τεχνητές ίνες αυτού του τύπου τα πολυμερή σαν πρώτη ύλη τα βρίσκουμε κατευθείαν στη φύση.

Επειδή τα κυριότερα φυσικά πολυμερή που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τεχνητών ινών είναι κυτταρινικές ουσίες, οι τεχνητές ίνες υποδιαιρούνται σε:

  1. Τεχνητές ίνες κυτταρινικές (ραιγιόν, οξική κυτταρίνη)
  2. Τεχνητές ίνες συνθετικές (ακρυλικό, νάιλον, πολυεστέρας, ελαστικές ίνες)

Οι συνθετικές ίνες ανάλογα με την τεχνολογία παραγωγής του πολυμερούς χωρίζονατ σε:

  • Πολυμερισμένες (υφίστανται πολυμερισμό)
  • Πολυσυμπυκνωμένες (υφίστανται πολυσυμπύκνωση)

Εκτός των προηγούμενων βασικών κατηγοριών κλωστικών ινών υπάρχουν και οι λεγόμενες ορυκτές ίνες, όπως ο ασβέστης, το γυαλί κ.λπ. που αποτελούν ένα πολύ μικρό ποσοστό της ποσότητας των ινών που προαναφέραμε.

Οι ιδιότητες των ινών καθορίζονται από την εξωτερική κατασκευή, την χημική σύσταση και την εσωτερική κατασκευή αυτών. Οι ιδιότητες των ινών συνεισφέρουν στη διαμόρφωση των χαρακτηριστικών του έτοιμου υφάσματος, όπως συνεισφέρουν και τα νήματα, ο τρόπος κατασκευής του υφάσματος, το φινίρισμα κ.λπ.

Οι κυριότερες ιδιότητες των ινών είναι οι εξής:

Α. Μήκος των ινών

Β. Λεπτότητα των ινών

Γ.   Αντοχή των ινών στην έλξη

Δ.   Υγροσκοπικότητα

Ε.   Κυματισμός

ΣΤ. Ελαστικότητα

Ζ.   Κρυσταλλικότητα

 

Α. Μήκος των ινών: οι ίνες ανάλογα με το μήκος τους διαιρούνται σε:

  • Συνεχείς ίνες (filaments)
  • Ασυνεχείς ίνες (staple)

 

Β. Λεπτότητα των ινών: είναι από τα πιο σημαντικά φυσικά χαρακτηριστικά των ινών και παίζει σπουδαίο ρόλο στη συμπεριφορά του τελικού προϊόντος. Οι χοντρές ίνες δίνουν προϊόντα σκληρά και δύσκαμπτα, ενώ οι λεπτές δημιουργούν υφάσματα μαλακά και εύκαμπτα. Η λεπτότητα επίσης καθορίζει την κλωστική αξία της ίνας καθώς επίσης την σειρά των τεχνολογικών επεξεργασιών που θα ακολουθηθούν προκειμένου η ίνα να μετατραπεί σε νήμα.

 

Γ.   Αντοχή των ινών στην έλξη: Η αντοχή της ίνας στην έλξη είναι η μεγαλύτερη τιμή τάσης επιμήκυνσης πριν να επέλθει η ρήξη, όταν η τάση εφαρμόζεται στην απλή έλξη.

 

Δ.   Υγροσκοπικότητα: Με τον όρο υγροσκοπικότητα εννοείται το μεγαλύτερο ποσοστό νερού που μπορεί μια ίνα να απορροφήσει από την ατμόσφαιρα. Η ποσότητα νερού την οποία μια ίνα είναι ικανή να απορροφήσει και να διατηρήσει, λέγεται νόμιμη υγροσκοπικότητα, και εξυπηρετεί στον υπολογισμό του εμπορικού βάρους. Οι φυσικές ίνες κατά κανόνα είναι υδρόφιλες και συνεπώς έχουν μεγάλη υγροσκοπικότητα, ενώ αντίστοιχα οι τεχνητές, πλην του ραιγιόν, έχουν χαμηλή υγροσκοπικότητα.

Η υγροσκοπικότητα γίνεται κατά τον ποιοτικό έλεγχο του υλικού και εξυπηρετεί στο να υπολογίσουμε το εμπορικό βάρος του προϊόντος.

Πιο κάτω παρατίθενται μερικές από τις πιο γνωστές ίνες με τις αντίστοιχες νόμιμες υγροσκοπικότητες σε σχετική υγρασία 65%

Ονομασία ίνας Ποσοστό υγρασίας
Μαλλί 16%
Ραιγιόν 13%
Φυσικό μετάξι 11%
Βαμβάκι 8%
Οξική κυτταρίνη 6,5%
Νάιλον 4%
Πολυεστέρας 0,5%

 

Ε.   Κυματισμός: Είναι πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό για την επεξεργασία των ινών. Συνίσταται στην σπειροειδή μορφή των ινών και αυξάνει τη συνεκτικότητα, την ευλυγισία, την ελαστικότητα και την αντοχή στη φθορά τόσο των ινών, όσο και των προϊόντων που παράγονται από αυτές.

Υπάρχουν 3 ειδών κυματισμοί που μπορεί να υπάρχουν στις ίνες:

α. Φυσικός κυματισμός, που υπάρχει κυρίως στις φυσικές ίνες, όπως το βαμβάκι και το μαλλί.

β. Τεχνητός κυματισμός, που δημιουργείται στις τεχνητές ίνες αφού περάσουν μια συγκεκριμένη επεξεργασία.

γ. Κυματισμός που ευρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση και ενεργοποιείται όταν η ίνα βρεθεί σε υγρό ή θερμό περιβάλλον.

 

ΣΤ.   Ελαστικότητα: Η ελαστικότητα είναι σημαντική ιδιότητα της ίνας και συντελεί στην ομαλή επεξεργασία συτής όταν διέρχεται από τις διάφορες τεχνολογικές φάσεις.

Διακρίνουμε 2 είδη ελαστικότητας:

α. Μόνιμη ελαστικότητα: είναι η ιδιότητα των ινών και κατ’ επέκταση των νημάτων, όταν τανύονται να επεκτείνονται και έπειτα να επανέρχονται στην αρχική τους θέση.

β. Παροδική ελαστικότητα: είναι η ιδιότητα των ινών και νημάτων, όταν τανύονται να επεκτείνονται και έπειτα να επανέρχονται μέχρις ενός σημείου χωρίς όμως να φτάνουν στο αρχικό τους μήκος.

 

Ζ.   Κρυσταλλικότητα: είναι πολύ σημαντική ιδιότητα των ινών και καθορίζεται από το πόσο παράλληλα και πλησίον είναι τοποθετημένες οι μοριακές αλυσίδες μέσα στις ίνες.

Υπάρχουν 3 ειδών τοποθετήσεις των μοριακών αλυσίδων μέσα στις ίνες:

α. Άμορφη-χωρίς προσανατολισμό-χωρίς κρυσταλλικότητα

β. Κρυσταλλική-χωρίς προσανατολισμό

γ. Κρυσταλλική-με προσανατολισμό

ο βαθμός κρυσταλλικότητας σχετίζεται άμεσα με τις φυσικές ιδιότητες των ινών, όπως αντοχή, επιμήκυνση, απορρόφηση υγρασίας, αντοχή στη τριβή, ευκολία βαφής κ.λπ.

 

ΦΥΣΙΚΕΣ ΙΝΕΣ

 

Βαμβάκι (μονοκυτταρινική ίνα)

Βαμβάκι είναι το όνομα των ινών, οι οποίες προέρχονται από τους σπόρους του φυτού του βαμβακιού. Το ώριμο βαμβάκι αποτελείται από 85%-90% κυτταρίνη.

Το φυτό απ’ όπου παίρνουμε τις ίνες είναι θαμνώδες, μονοετές, με άνθη λευκά ή υποκίτρινα. Ο καρπός του έχει μέγεθος μεγάλου καρυδιού. Μέσα στον καρπό υπάρχουν 3-5 διαμερίσματα που περιέχουν τους σπόρους γύρω σπό τους οποίους φυτρώνουν οι ίνες. Τον καρπό αυτό τον ονομάζουμε κάψα. Μόλις φτάσει στον κανονικό χρόνο ανάπτυξης, το βαμβάκι συλλέγεται και οι ίνες με μήκος άνω των 20cm ξεχωρίζονται από τους σπόρους με μια μηχανική εργασία που ονομάζεται εκκόκκιση. Οι ίνες μήκους κάτω των 20cm χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τεχνητών κυτταρινικών ινών.

Οι βασικές ιδιότητες του βαμβακιού συνοψίζονται ως εξής:

  • Καλή απορροφητικότητα
  • Είναι καλός αγωγός της θερμότητας
  • Αντέχει σε υψηλές σχετικά θερμοκρασίες
  • Έχει χαμηλή ελαστικότητα
  • Είναι καλός αγωγός του ηλεκτρισμού
  • Έχει υψηλή πυκνότητα (1,5 gr/)
  • Επηρεάζεται από την υγρασία (μούχλα)
  • Καίγεται εύκολα
  • Επηρεάζεται ελάχιστα από οργανικά οξέα, αλλά σημαντικά από ανόργανα οξέα
  • Έχει μικρή αντοχή στο φως του ήλιου
  • Η αντοχή του αυξάνει περίπου30% όταν είναι βρεγμένο σε σχέση με την αντοχή του όταν είναι στεγνό
  • Είναι αδιάλυτο στο νερό και τους οργανικούς διαλύτες
  • Διαλύεται στο υδροξείδιο του χαλκού και σε κρύο θειικό οξύ μεγάλης συγκέντρωσης
  • Η καυστική επεξεργασία υπό τάνυση προσδίδει στο βαμβάκι αυξημένη αντοχή, γυαλάδα και ευκολία στη βαφή. Αυτή η επεξεργασία ονομάζεται μερσερισμός, από το όνομα του ανθρώπου που πρώτος την επινόησε (Mercer).

 

Λινάρι (πολυκυτταρινική ίνα)

Το λινάρι είναι φυτό ετήσιο με ύψος 0,5-0,8m. οι ίνες προέρχονται από τον κορμό του φυτού. Εκεί υπάρχουν σαν δέσμες ινών τοποθετημένες στην περιφέρεια του κορμού, ακριβώς κάτω από τον φλοιό. Το λινάρι είναι διαφορετικό από τις άλλες φυσικές ίνες, στο γεγονός ότι το μήκος και η λεπτότητα των ινών δεν είναι ευκρινώς ορισμένα. Οι κυρίως ίνες, οι οποίες έχουν μήκος από 13-55mm και διάμετρο λίγα μικρά (1μ= mm), είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους σε δέσμες ινών και ποτέ δεν ξεχωρίζουν τελείως.

Το λινάρι έχει ,λόγω της μακρομοριακής δομής του, μεγάλη αντοχή αλλά μικρή ελαστικότητα. Η χρήση φινιριστικών υλικών ,για να αποφεύγονται οι τσακίσεις στα λινά υφάσματα, είναι ικανοποιητική αλλά μειώνει τη διάρκεια ζωής του υφάσματος.

 

Μαλλί (ίνα πρωτεΐνης)

Οι φυσικές ίνες με βάση την πρωτεΐνη είναι προϊόντα ζωικής προέλευσης. Όλες οι ίνες πρωτεΐνης περιέχουν τα εξής χημικά στοιχεία:

  • Άνθρακα
  • Υδρογόνο
  • Οξυγόνο
  • Άζωτο

Η ίνα του μαλλιού περιέχει επίσης θείο, το οποίο της προσδίδει διαφορετικές χαρακτηριστικές ιδιότητες. Η πρωτεΐνη των ινών του μαλλιού ονομάζεται κερατίνη.

Το μαλλί πριν να επεξεργαστεί περιέχει 10-25% λίπος, το οποίο κατά την επεξεργασία της απολίπανσης συγκεντρώνεται και πουλιέται σαν λανολίνη.

Οι κυριότερες ιδιότητες των ινών του μαλλιού είναι οι ακόλουθες:

  1. Αντοχή: η αντοχή των ινών στην τάνυση είναι χαμηλή. Η συνεκτικότητά τους είναι 1gr/Denier στεγνό
  2. Αντοχή στη τριβή: εξαρτάται από τη δομή των κυττάρων στον κορμό και αυξάνει στο χονδρόινο μαλλί
  3. Ευκαμψία: η ευκαμψία στο μαλλί είναι άριστη. Οι ίνες του μαλλιού μπορεί να λυγίσουν 20000 φορές χωρίς να σπάσουν, συγκρινόμενες με το βαμβάκι που οι ίνες του μπορεί να λυγίσουν 3000 φορές και το ραιγιόν μόλις 75 φορές
  4. Αντοχή στην επίδραση οξέων: το μαλλί είναι πολύ λιγότερο ευαίσθητο στα οξέα απ’ ότι το βαμβάκι. Για το λόγο αυτό, κατά την επεξεργασία του μαλλιού χρησιμοποιούνται οξέα για την απομάκρυνση τυχόν υπολειμμάτων βαμβακιού
  5. Αντοχή στην επίδραση αλκαλίων: το μαλλί είναι πολύ ευαίσθητο στα αλκάλια. Επομένως, το τεστ με αλκαλικές ουσίες (έλεγχος διαλυτότητας) χρησιμοποιείται ευρύτατα για την αναγνώριση ινών μαλλιού
  6. Απορροφητικότητα στα υγρά: το μαλλί είναι περισσότερο υγροσκοπικό από οποιαδήποτε άλλη ίνα. Απορροφά υγρασία από 15-18% του βάρους του. Στους 100˚C νερού το μαλλί χάνει τη συνοχή του και στους 120˚C διαλύεται
  7. Επίδραση της θερμότητας: στους 130˚C διαλύεται και κιτρινίζει και στους 300˚C καίγεται. Δεν συνεχίζει να καίγεται όταν απομακρυνθεί από τη φωτιά
  8. Τέλος, οι ίνες του μαλλιού έχουν μια μοναδική ιδιότητα: ευρισκόμενες από μηχανική πίεση με την παρουσία θερμότητας και υγρασίας οι ίνες έχουν την τάση να κινούνται προς τις ρίζες τους και τα άκρα από τα λέπια εμπλέκονται μεταξύ τους εμποδίζοντας έτσι τις ίνες να επιστρέψουν στην αρχική τους θέση στο ύφασμα. Το αποτέλεσμα είναι να παραμένει το ύφασμα πεπιεσμένο με όγκο τον μισό του αρχικού (δημιουργία τσόχας).

 

Μετάξι (ίνα πρωτεΐνης)

Το φυσικό μετάξι παράγεται από την κάμπια ενός εντόμου. Αυτή η κάμπια (μεταξοσκώληκας) πριν αλλάξει μορφή σε χρυσαλίδα, περίπου 20-30 ημέρες από τη γέννησή της, αρχίζει να εκκρίνει από δυο ειδικούς αδένες ένα συνεχές νημάτιο, με το οποίο περιτυλίγεται φτιάχνοντας το κουκούλι μέσα στο οποίο μεταμορφώνεται.

Το μετάξι είναι ένα διπλό συνεχές νημάτιο από 2 αδένες σκεπασμένα από μία ουσία που τα κρατάει κολλημένα. Τα νημάτια αποτελούνται από μία ουσία που ονομάζεται φιβροΐνη, ενώ η κόλλα που τα περιβάλλει ονομάζεται σερικίνη. Και οι δύο ουσίες είναι πρωτεΐνες.

Η φιβροΐνη αποτελεί το 75% του νημάτιου και είναι αδιάλυτη. Η σερικίνη διαλύεται σε διάλυμα σάπωνος θερμοκρασίας 60˚-70˚C.

Αφού καταστραφεί η χρυσαλίδα τα κουκούλια βράζονται σε νερό για να μαλακώσει η σερικίνη. Βρίσκουμε τις άκρες του νημάτιου από μερικά κουκούλια και τα τυλίγουμε μαζί, δίνοντας μια πολύ ελαφρά στρίψη. Το μήκος του νημάτιου από ένα κουκούλι φτάνει μέχρι 2000m. Η σερικίνη αφήνεται επάνω στο νήμα μέχρι την ύφανση (αυξάνει την αντοχή του νήματος κατά την επεξεργασία) και αφαιρείται στο πλύσιμο του υφάσματος με διάλυμα σάπωνος, ώστε το ύφασμα λευκαίνει και μαλακώνει, αλλά χάνει 20-30% του βάρους του.

Ιδιότητες του μεταξιού

  1. Συνεκτικότητα: 3-5 gr/Denier. Η αντοχή της ίνας στον εφελκυσμό μειώνεται κατά 15% όταν είναι βρεγμένη
  2. Υγροσκοπικότητα: 11%
  3. Επιμήκυνση: 20-25% στεγνό, 30% βρεγμένο
  4. Ελαστικότητα: μικρότερη από το μαλλί και καλύτερη από το βαμβάκι. Έχει αργή επαναφορά
  5. Φλεξιμότητα: καίγεται, αλλά η φλόγα σβήνει. Σε θερμοκρασία 175˚C καταστρέφεται
  6. Είναι κακός αγωγός της θερμότητας και του ηλεκτρισμού
  7. Αλκάλια, λευκαντικά, ιδρώτας και ηλιακό φως προσβάλλουν το μετάξι και το διαλύουν
  8. Η μούχλα, ο σκόρος και τα διάφορα έντομα σπάνια προσβάλλουν το μετάξι.

 

ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΙΝΕΣ

Κοινές ιδιότητες των τεχνητών ινών

  1. 1. Ευαισθησία στη θερμότητα

Όλες οι τεχνητές ίνες, εκτός του ραιγιόν, είναι ευαίσθητες στη θερμοκρασία. Αυτή η ευαισθησία καθορίζεται από την ανθεκτικότητα της ίνας όταν εκτίθεται στην επίδραση της θερμότητας.

Αυτή η ιδιότητα είναι πολύ σημαντική διότι θερμοκρασία συναντάται τόσο κατά την επεξεργασία των ινών όσο και κατά την καθημερινή χρήση των υφασμάτων που παράγονται από τεχνητές ίνες.

Προκειμένου να αποφευχθούν οι δυσάρεστες συνέπειες από την επίδραση της θερμοκρασίας στα συνθετικά υφάσματα, τα νήματα ή υφάσματα που παράγονται από τεχνητές ίνες ευαίσθητες στη θερμότητα, υπόκεινται σε μία ειδική επεξεργασία το θερμοφιξάρισμα ( Heat-setting)

  1. Υγροσκοπικότητα

Η απορρόφηση υγρασίας όλων των τεχνητών ινών, εκτός του ραιγιόν, είναι χαμηλή και οι ίνες είναι υδρόφοβοι. Επίσης, οι ίνες χάνουν πολύ λίγη αντοχή όταν είναι βρεγμένες, στεγνώνουν γρήγορα και δεν παρατηρείται συρρίκνωση υφάσματος λόγω επίδρασης της υγρασίας.

  1. Στατικός ηλεκτρισμός

Όλες σχεδόν οι τεχνητές ίνες φέρουν στατικά ηλεκτρικά φορτία στην επιφάνειά τους. Στατικός ηλεκτρισμός παράγεται όταν ένα ύφασμα τρίβεται με τον εαυτό του ή άλλα αντικείμενα. Εάν το ηλεκτρικό φορτίο δεν απομακρυνθεί έχει την ιδιότητα να συσσωρεύεται στην επιφάνεια. Όταν το ύφασμα έρθει σε επαφή με κάποιο καλό αγωγό προκαλείται ένα τίναγμα, λόγω μεταφοράς φορτίων. Αυτή η μεταφορά μπορεί να δημιουργήσει σπινθήρες οι οποίοι σε μια ατμόσφαιρα με υγραέριο μπορεί να προκαλέσει εκρήξεις.

Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος σε χώρους στεγνοκαθαριστηρίων και θαλάμους χειρουργείων.

Άλλο σοβαρό πρόβλημα είναι ότι η σκόνη και οι βρωμιές έλκονται από τα συνθετικά υφάσματα και δύσκολα απομακρύνονται. Αν τα βουρτσίσουμε να καθαρίσουν λόγω τριβής επιδεινώνεται το πρόβλημα. Αντιστατικά φινιρίσματα εφαρμόζονται κατά τον εξευγενισμό των υφασμάτων, αλλά συνήθως απομακρύνονται κατά το πλύσιμο.

  1. Αντοχή

Οι περισσότερες από τις τεχνητές ίνες υπόκεινται σε τάνυση (τράβηγμα) κατά τη διάρκεια ή μετά την επεξεργασία κλωστοποίησης να βελτιώσουν την αντοχή και τις άλλες φυσικές ιδιότητές των. Το τράβηγμα παραλληλίζει τα μόρια και τα φέρνει το ένα πιο κοντά στο άλλο. Η διάμετρος των ινών επίσης μειώνεται.

 

PILLING:

Pilling είναι η ιδιότητα των τεχνητών ινών να σχηματίζουν δέσμες ή μπαλάκια στην επιφάνεια του υφάσματος όταν τα άκρα των ινών είναι ελεύθερα και το ύφασμα τρίβεται σε κάποια επιφάνεια. Το pilling στα υφάσματα από φυσικές ίνες εξαφανίζεται κατά την υγρή επεξεργασία, αλλά στα υφάσματα από συνθετικές ίνες (νάιλον, πολυεστέρας) λόγω της αυξημένης αντοχής των ινών παραμένει στην επιφάνεια του υφάσματος.

Η καλύτερη επεξεργασία απομάκρυνσης του pilling είναι το καψάλισμα που συνίσταται στη διέλευση του υφάσματος ανάμεσα σε φλόγες με μεγάλη ταχύτητα. Συνήθως το καψάλισμα γίνεται μετά τη βαφή επειδή τα λιωμένα άκρα των καψαλισμένων ινών βάφονται πιο έντονα.

 

Ραιγιόν (ίνα αναγεννημένης κυτταρίνης)

Το ραιγιόν κατασκευάζεται από κυτταρίνη προερχόμενη από ξύλο χαρτοποιίας ή από υπολείμματα βαμβακιού. Κατά την κλωστική διαδικασία η κυτταρίνη υφίσταται κάποια φυσική αλλαγή (αναγεννιέται).

Ανάλογα με την μέθοδο κατασκευής υπάρχουν δύο κατηγορίες ραιγιόν:

  1. Ραιγιόν από βισκόζη η οποία αποτελεί το 95% της παγκόσμιας παραγωγής ραιγιόν.
  2. Ραιγιόν χαλκαμμωνίου. Η παραγωγή ραιγιόν χαλκαμμωνίου είναι μόλις 5% της παγκόσμιας παραγωγής ραιγιόν.

 

Νάιλον (Συνθετική ίνα)

Οι συνθετικές ίνες παράγονται δια ενώσεως απλών χημικών στοιχείων (μονομερή) ώστε να δημιουργηθούν πολύπλοκες χημικές ενώσεις (πολυμερή). Οι ίνες διαφέρουν ως προς τα στοιχεία (μονομερή) που χρησιμοποιούνται, τον τρόπο ένωσης μεταξύ των και ως προς την μέθοδο κλώσεως που επιλέγεται.

Οι κυριότερες κοινές ιδιότητες των συνθετικών ινών συνοψίζονται παρακάτω:

  1. Είναι ευαίσθητες στη θερμοκρασία
  2. Αντέχουν στην επίδραση των περισσότερων χημικών
  3. Αντέχουν στην επίδραση των βακτηριδίων, μούχλας κλπ.
  4. Έχουν χαμηλή απορροφητικότητα υγρασίας
  5. Είναι υδρόφοβες και ελαιόφιλες
  6. Αναπτύσσουν ηλεκτροστατικά φορτία
  7. Έχουν καλή αντοχή στην τριβή
  8. Έχουν υψηλή αντοχή στον εφελκυσμό
  9. Έχουν μεγάλη ελαστικότητα
  10. Αντέχουν στην επίδραση του ηλιακού φωτός

 

Ίνα πολυεστέρα (Dacron / Terylene)

Ο πολυεστέρας είναι η πλέον διαδεδομένη συνθετική ίνα. Τόσο η συνεχής όσο και η ασυνεχής ίνα είναι πολύ ευέλικτες και έχουν μοναδικό προτέρημα, κυρίως οι ασυνεχείς ίνες, να αναμιγνύονται με πολλές άλλες ίνες και να συνεισφέρουν τις καλές τους ιδιότητες στην ανάμιξη χωρίς να καταστρέφουν τις επιθυμητές ιδιότητες των.

 

Ιδιότητες των ινών:

  • Σταθερότητα των διαστάσεων
  • Αντοχή
  • Ελαστικότητα
  • Ικανοποιητική αντίσταση στην τριβή
  • Χαμηλή απορροφητικότητα (0,4-0,8%)
  • Υψηλό στατικό ηλεκτρισμό
  • Ευαισθησία στο pilling
  • Ικανοποιητική αντοχή στα οξέα, αλκάλια, λευκαντικά, μύκητες, ηλιακό φως

 

Ακρυλικές ίνες

Ιδιότητες:

Οι ακριλικές ίνες επειδή είναι πολύ διογκωμένες (μεγάλη επιφάνεια εγκάρσιας διατομής και μικρό ειδικό βάρος 1,17gr/denier) παρέχουν στα υφάσματα που συνθέτουν ευχάριστη, ζεστή αφή παρόμοια του μαλλιού, το οποίο και υποκαθιστούν στις περισσότερες περιπτώσεις.

Οι κυριότερες ιδιότητες των ινών είναι οι εξής:

  • Ειδικό βάρος 1,16-1,18gr/denier
  • Συνεκτικότητα (tenacity):

         Ξηρές     2,0-3,6 gr/denier
         Υγρές    1,6-2,9 gr/denier

  • Απορροφητικότητα: 1,0-2,5%
  • Αντοχή στο ηλιακό φως: πολύ καλή
  • Αντοχή στην επίδραση οξέων: καλή
  • Αντοχή στην επίδραση αλκαλίων: καλή
  • Αντοχή στο τσαλάκωμα: καλή
  • Έχουν τάση για pilling
  • Αναπτύσσουν επιφανειακά ηλεκτροστατικά φορτία
  • Έχουν δυσκολία στη βαφή

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΝΗΜΑ

Το νήμα είναι το κυλινδρικό και λεπτό σύμπλεγμα από φυσικές ή τεχνητές ίνες που χρησιμοποιείται ως υφαντική ύλη.

 

ΤΙΤΛΟΣ ΝΗΜΑΤΟΣ

Είναι το χαρακτηριστικό μέτρησης της πυκνότητας ενός νήματος ή αλλιώς «δείκτης λεπτότητας».

Καθορίζεται από τη σχέση μεταξύ μάζας και μήκους ή τη γραμμική πυκνότητα του υλικού.

Υπάρχουν δύο συστήματα καθορισμού της λεπτότητας :

Άμεσα και έμμεσα συστήματα

Στα άμεσα συστήματα η λεπτότητα καθορίζεται από την σχέση

του βάρους προς ένα σταθερό μήκος νήματος.

Άμεσος δείκτης λεπτότητας =  .

Στα έμμεσα συστήματα η λεπτότητα καθορίζεται από τη σχέση μήκους προς ένα σταθερό βάρος

Έμμεσος δείκτης λεπτότητας = equation 2 .

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΛΩΣΤΗ

Κλωστή είναι μία στριμμένη δέσμη ινών.

Οι στρέψεις του νήματος δένει τις ίνες μεταξύ τους . Αυτές τοποθετούνται σπειροειδώς μέσα στη δέσμη με αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη αντοχή της κλωστής.

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΥΦΑΣΜΑ

 

TC (ΠΥΚΝΟΤΗΤΑ ΚΛΩΣΤΩΝ)

Με τον όρο πυκνότητα κλωστών εννοούμε πόσες κλωστές υπάρχουν σε ένα τετραγωνικό πόντο ή ίντσα. Μπορεί να καθορισθεί πόσες απ’ αυτές είναι στημόνια(οριζόντιες κλωστές) και πόσες υφάδια (κάθετες κλωστές).

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟΚΛΩΝΟ

Ο χαρακτηρισμός αναφέρεται στα υφάσματα των πετσετών. Στην περίπτωση μονόκλωνης πετσέτας το πέλος δημιουργείται από μία κλωστή.

Τα μονόκλωνα νήματα δεν έχουν πάντοτε τις φυσικομηχανικές ιδιότητες  που απαιτούνται για την παρασκευή ορισμένων υφασμάτων.

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΛΩΝΟ

Η δημιουργία του πέλους με δύο ή περισσότερες συστρεμμένες κλωστές. Με αυτόν τον τρόπο προσδίδονται διαφορετικά χαρακτηριστικά στο ύφασμα όπως :

  • Ανθεκτικότητα στην τριβή
  • Λιγότερο χνούδι
  • Μεγαλύτερο βάρος

 

ΥΦΑΝΣΕΙΣ

ΤΕΛΑ

Είναι το πιο απλό σχέδιο και έχει την πιο πυκνή διασταύρωση από το στημόνι και το υφάδι. Η ομοιόμορφη διασταύρωση των δύο συστημάτων κλωστών κάνει το ακατέργαστο ύφασμα να φαίνεται και από τις δύο όψεις το ίδιο .

Τα υφάσματα με σχέδιο τέλα έχουν μεγαλύτερη σταθερότητα και στερεότητα γενικά από υφάσματα με άλλα σχέδια. Η κατασκευή τους είναι απλή και μπορούν να κατασκευαστούν με διάφορα είδη κλωστών.   Θεωρητικά μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς το σχέδιο τέλα για όλα τα υφάσματα, στην πράξη όμως εξαρτάται από το είδος των νημάτων, από την πυκνότητα των κλωστών και από το σκοπό για τον οποίο θα χρησιμοποιηθεί το ύφασμα.

 

ΣΑΤΕΝ

Σατέν είναι το σχέδιο ύφανσης με το οποίο – σε συνδυασμό με κατάλληλα νήματα και φινίρισμα – επιτυγχάνουμε γυαλιστερά υφάσματα με λεία επιφάνεια.

Υφάσματα σατεν με βαμβακερές κλωστές χρησιμοποιούνται για την κατασκευή σεντονιών και ενδυμάτων.

 

ΔΙΑΓΩΝΑΛ

Οι λοξές γραμμές εκ των οποίων προέρχεται και το όνομα διαγωνάλ είναι το χαρακτηριστικό αυτής της ύφανσης. Από την κατεύθυνση των λοξών γραμμών διακρίνει κανείς κανείς Ζ (δεξιά κατεύθυνση) και S (αριστερή κατεύθυνση) διαγωνάλ σχέδια.

Το μέγεθος του βασικού σχεδίου καθορίζεται βάσει των νημάτων που χρησιμοποιούνται (μαλλί , βαμβάκι , μετάξι , συνθετικά ), την πυκνότητα του υφάσματος και το σκοπό που θα χρησιμοποιηθεί το ύφασμα.

 

Πηγή: «Θεωρία του σχεδίου υφαντικής» –  Παπαδίας Νικόλαος